διαπεύθομαι

διαπεύθομαι, poet. for διαπυνθάνομαι, A.Ag.807 (anap.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπεύθομαι — βλ. διαπυνθάνομαι …   Dictionary of Greek

  • διαπευθόμενος — διαπεύθομαι pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπυνθάνομαι — και διαπεύθομαι (Α) ανακαλύπτω, μαθαίνω κάτι ρωτώντας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.